Walkabouts: κριτική βιβλίου

Ένα διαχρονικό βιβλίο για τις δυσκολίες της μετανάστευσης.

sydney
Διάβαζα ένα άρθρο στην εφημερίδα πριν λίγες μέρες, για τον μεγάλο αριθμό των ελλήνων μεταναστών στο εξωτερικό, για τη δυνατότητά τους να εργαστούν, να προαχθούν αξιοκρατικά, να καταλάβουν καίριες θέσεις, να κερδίσουν ένα ικανοποιητικό εισόδημα, να δημιουργήσουν επιχειρήσεις, εγκαταλείποντας μία χώρα που τους απομυζεί, τους αγνοεί, τους καταδυναστεύει.
 
 

Σκεφτόμουν πόσα χάνουμε όσοι παρατείνουμε την παραμονή μας στη ζοφερή ελληνική πραγματικότητα και για πόσο το μπλε της Μεσογείου και ο καυτός ήλιος θα ισοσκελίζουν το στρες των απλήρωτων φόρων,της αποπνικτικής Ορθόδοξης ηθικής που υποκαθιστά τα δικαιώματα του πολίτη, και την εμφυλιακή θλίψη που βαθαίνει με την απόσταση που μας χωρίζει πλέον από τους ιδεολογικούς μας ψευδοαντιπάλους. 

Κι ενώ πάντα κρατώ ψηλά τη σημαία του φυγά, έρχεται η λογοτεχνία να μου υπενθυμίσει ότι κανένα άρθρο δεν πρόκειται να περιγράψει την ανθρώπινη διάσταση της μετανάστευσης, το χρονικό μεταιχμιακό κενό της προσαρμογής στη νέα χώρα, τον διαρκή μετεωρισμό της γλωσσικής απατρίας, τον συναισθηματικό τραμπαλισμό που προκαλεί η ξενότητα στον άνθρωπο που αποφασίζει να φύγει, επιβεβλημένα ή αυτοβούλως. 

Μέχρι χθες, όταν έβλεπα σε βιβλιοπωλεία τον Χαμένο Βορρά της Νάνσυ Χιούστον, αγόραζα ακαριαία το βιβλίο και το έκανα δώρο. Γιατί είναι ένα βιβλίο που ελέγχει τον παρορμητισμό όσων εκδηλώνουν αναχωρητικές τάσεις και τον ρατσισμό σε όσους καλούνται να συνυπάρξουν με ανθρώπους από διαφορετικές εθνικότητες. Από σήμερα προστίθεται και το βιβλίο του Τάκη Κατσαμπάνη. Ένα βιβλίο που με βύθισε σε σκέψεις, μ’εναν εξομολογητικού ύφους φιλοσοφικό στοχασμό ο οποίος διατρέχει και τις 144 σελίδες του, με συγγραφικό ύφος που είχα να απολαύσω από την ανάγνωση της γιορτής της ασημαντότητας.

Η ιστορία είναι απλή:Ο συγγραφεας μετακομίζει στην Αυστραλία και προσπαθεί να προσαρμοστεί. Τα καταφέρνει; Δεν έχει σημασία η απάντηση. Σημασία έχει η διαδρομή που οδηγεί στο ναι ή στο όχι. Για τον καθένα ο επίλογος μπορεί να είναι διαφορετικός. Για άλλους υπάρχει πάντα η Ιθάκη. Για άλλους έχει σβηστεί μαζί με τη γλώσσα, το κλίμα,τις γεύσεις,τα νεύματα και τις νευρικές μεσογειακές χειρονομίες.

Μία δυνατή στιγμή λογοτεχνικής εκδοχής να ερμηνεύσει την αδυναμία της εύρυθμης δύσης να ενσωματώσει τους μεταναστες ή όποιον αισθάνεται “ξένος” είναι το κεφάλιο Μεταστροφή. Ένας νεαρός Αυστραλός ασπάζεται το Ισλάμ, όταν ένα ξημέρωμα και μετά από κρεπάλη στην κοσμοπολίτικη συνοικία του, η μυρωδιά ενός ζυμωτού ψωμιού που ψήνεται στην πίσω αυλή του σπιτιού του, τον οδηγεί στο φούρνο ενός Πακιστανού μετανάστη. Στην ησυχία της νύχτας και στη διαδικασία παραγωγής της πιο ταπεινής τροφής πραγματοποιείται ο προσυλητισμός. Σκέφτηκα το διατηρητέο απέναντι από το διαμέρισμα που μένω στα Εξάρχεια. Πάνω από μια δεκαετία φιλοξενούσε ένα μπαρ. Πριν από ένα μήνα πωλήθηκε για 300.000 ευρώ σε μία εκκλησία (αγνοώ το δόγμα). Από το σαλόνι του σπιτιού μου παρατηρώ την κατήχηση στις αντιδράσεις και στο μέτρο της προσοχής των νεαρών που συμμετέχουν σε ένα χώρο που νωρίτερα φιλοξενούσε άλλους-ή μήπως τους ίδιους- νεαρούς σε κατάσταση άκρατης μέθης και χασίματος.

Το θέμα του βιβλίου για να επιστρέψω δεν είναι ο νόστος. Οι αγγλοσάξονες δεν επινόησαν τυχαία τη λέξη homesick. Ο συγγραφέας δεν νιώθει άρρωστος. Νιώθει χαμένος μέσα σε μία ανοίκεια γλώσσα για την οποία αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο. Ο Τάκης Κατσαμπάνης, ευτυχώς για τους αναγνώστες του, κατέχει απόλυτα την γλώσσα στην οποία γράφει και μας χαρίζει πολλές ωραίες στιγμές αλλά εγώ θα ξεχωρίσω μία: 

“Δεν έκανα αυτό που ήθελα. Έτσι μεγαλώνω προς τα μέσα“.

Έλα στον Storyteller!

Συμπλήρωσε τα στοιχεία σου για να λαμβάνεις προτάσεις βιβλίων αποκλειστικά για εσένα.

Copyright 2019 © All rights Reserved. Design by Elementor

Scroll to Top